Η Ακράτα Αξιοθέατα της περιοχής

Δευτέρα, 16 Δεκέμβριος 2013 11:35 διαχειριστής
Εκτύπωση PDF

Ο Άγιος Χαράλαμπος, ο πολιούχος του Δήμου Ακράτας

 

 

 

Ο Ναός κτίστηκε το 1903 και έχει ρυθμό σταυρεπίστεγο χωρίς τρούλο σε σχέδιο του μηχανικού Χρύσανθου Γεώργ. Κανελλόπουλου. Τη μεγαλύτερη δαπάνη του πρόσφερε ο Μητροπολίτης Κορινθίας και ευεργέτης Βαρθολομαίος Γεωργιάδης καταγόμενος από την Ακράτα. Ταυτόχρονα με την ανέγερση του ναού οι Ακρατινές κυρίες έδωσαν τα κοσμήματά τους και χρήματα για να φτιαχτεί ο κεντρικός πολυέλαιος στην Κωνσταντινούπολη.

 

Η αγιογράφηση της οροφής και του τέμπλου έγινε από ταλαντούχους αγιογράφους της Σχολής της Ακράτας καθώς κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα σημειώνεται εντυπωσιακή ακμή της Αγιογραφίας-Ζωγραφικής. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1961 ο γνωστός ζωγράφος Σπύρος Βασιλείου φιλοτέχνησε το Ιερό, την Κόγχη και τις παράπλευρες επιφάνειες. Πριν λίγα χρόνια ολοκληρώθηκε η υπόλοιπη αγιογράφηση. 
   Ο ναός έχει λείψανα διαφόρων Αγίων και Επιτάφιο μεγάλης αξίας, Ρωσικής κατασκευής δώρο του Βαρθολομαίου Γεωργιάδη. Ο χρυσοκέντητος Επιτάφιος είναι ανυπολόγιστης αξίας φτιαγμένος από καλόγριες μοναστηριού της Πελοποννήσου. 
   Πόσο οι Ακρατινοί πιστεύουν και αγαπούν τον Άγιο Χαράλαμπο μας το αποδεικνύει η μαρτυρία του Κωνσταντίνου Παπαγεωργόπουλου. Ο εν λόγω Ακρατινός, μακαρίτης τώρα, είχε διηγηθεί τα εξής: Κατά τον Μικρασιατικό Πόλεμο του 1922 πολεμούσε τους Τούρκους στην Μικρά Ασία. Μετά την καταστροφή όλοι οι Έλληνες κυνηγημένοι από τους Τούρκους έτρεχαν στα λιμάνια να βρούνε τα καράβια για να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Έχασε κι αυτός το δρόμο και τον προσανατολισμό του μην ξέροντας από πού θα πάει για το λιμάνι. Τότε, όπως λέει ο ίδιος, παρουσιάστηκε μπροστά του ο Άγιος Χαράλαμπος και δείχνοντάς του το δρόμο τον οδήγησε στο λιμάνι. Έτσι ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργόπουλος χάρις στη βοήθεια του αγίου επέστρεψε στην Ελλάδα χωρίς να πάθει τίποτα.
   Στις 10 Φεβρουαρίου κάθε χρόνο γίνεται μεγάλο πανηγύρι για τον προστάτη της Ακράτας, λιτάνευση της αγίας εικόνας υπό τους ήχους της Φιλαρμονικής Ακράτας και συνοδεία πλήθους κόσμου.

 


Λίμνη Τσιβλού, το στερνοπούλι της Νώνακρης 

1913. Ο Κράθης αμέριμνος κατέβαινε από τον πατέρα Χελμό να συναντήσει τον παππού Νηρέα Κορινθιακό. Δυο χρόνια τώρα ακούγονται βρυχηθμοί και μουγκρητά απ’ τα σωθικά της γης. Υποχθόνιοι ήχοι φτάνουν απ’ το διπλανό βουνό, την παλιά Συλίβαινα και τρομάζουν τα παιχνίδια των πουλιών και των ψαριών του ποταμού.
   Τρομάζει ο αρχαίος Κράθης που πήρε το όνομά του από το ρήμα κίρνασθαι, όπως μας πληροφορεί ο περιηγητής Στράβωνας, που σημαίνει ενώνω.

 

 

 Κι είναι στην ουσία δυο ποτάμια που πηγάζουν από διαφορετικά σημεία της οροσειράς του Χελμού αλλά συναντώνται και εκβάλουν στον κόλπο του Κορινθιακού. Μα πιο πολύ ανησυχούν οι κάτοικοι του χωριού της Συλίβαινας που είναι μπηγμένη στην πλαγιά του βουνού.
   Η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει προ πολλού στα σωθικά της ορεινής Αχαϊκής γης. Την Παρασκευή 22 Μάρτη του 1913 οι κρότοι δυναμώνουν, η γη αναδεύεται και οι διαδόσεις θεριεύουν από στόμα σε στόμα. Τα τραντάγματα και τα αναφιλητά της γης μετατρέπονται στη φαντασία των κατοίκων των Κλουκινοχωρίων σε άγνωστο και επικίνδυνο μετεωρίτη ή σε τούρκικο καταδρομικό που βομβαρδίζει τη Βόρεια Πελοπόννησο μιας και βρισκόμασταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τους Τούρκους.
   Δυο μέρες μετά συντελέστηκε η τελευταία πράξη της βιβλικής καταστροφής χρεώνοντας τη φύση με τέσσερα θύματα. Οι κάτοικοι εγκατέλειψαν έγκαιρα το χωριό. Έρεισμα της πλαγιάς του βουνού των Γερακαρίων έφυγε συμπαρασύροντας τη Συλίβαινα και καταπλακώνοντας τμήμα του χωριού Τσιβλός. Δυο χωριά εξαφανίστηκαν μέσα στη γη. Απόμεινε μόνο το βουνό γυμνό, κομμένο θαρρείς από θυμωμένο θεϊκό χέρι να θυμίζει ακόμα και σήμερα την ημέρα της κατολίσθησης. Τα χώματα που αποσπάστηκαν βίαια έφραξαν τα νερά του Κράθη και δημιούργησαν δυο λίμνες στην αρχή. Η μια με τον καιρό ξεράθηκε και η άλλη μετέτρεψε την περιοχή σε μικρή Ελβετία.
   1938. Η λίμνη του Τσιβλού είχε βάθος 59 μέτρα. Στα στάσιμα νερά της όμως μαζεύονταν κουνούπια και γι’ αυτό οι κάτοικοι έριξαν ψάρια τα οποία πήδαγαν για να τα εξολοθρέψουν. Το χειμώνα έπεφταν πάπιες στη λίμνη και οι κυνηγοί έφταναν από τις γύρω περιοχές για να κυνηγήσουν. 
   Σήμερα 88 χρόνια μετά η ομορφιά του τοπίου είναι απαράμιλλη. Η στάθμη της λίμνης παραμένει σταθερή, υπολογίζεται στα 79 μ, καθώς δέχεται νερά από το Πετρούχι. Ένα τέλειο οικοσύστημα περικυκλωμένο από πυκνόφυτο δάσος πεύκων και ελάτων γίνεται πόλος έλξης πολλών επισκεπτών όλες τις εποχές του χρόνου. Πλατάνια και βελανιδιές, αγριοκαλαμιές και ρίγανη συντροφεύουν τα ήσυχα ταξίδια των κυπρίνων, των κουνουπόψαρων και των καραβίδων των υδρόβιων κατοίκων της λίμνης. Χρυσαετοί, γύπες και πετρίτες ζυγιάζονται απ’ την κορυφή του Στόλου κατασκοπεύοντας τις αλεπούδες, τις βίδρες, τους ασβούς και τις νυφίτσες.
   Η λίμνη είναι το ¨καμάρι¨ του ορεινού όγκου του Δήμου Ακράτας. Ένα στολίδι δημιούργημα εξ ολοκλήρου της φύσης βρίσκεται σε υψόμετρο 800 μέτρων, 10 χλμ από τη Ζαρούχλα και μισή ώρα από την Ακράτα. 

 


 

Χελμός 

  ...ένας παλιός ανεμόμυλος λησμονημένος από όλους με μια βελόνα δελφινιού ράβει τα σάπια του πανιά μοναχός του Και κατεβαίνει απ' τις πλαγιές με τον καράγιαλη πρίμα Όπως κατέβαινε ο Άδωνις στα μονοπάτια του Χελμού να πει μια Καλησπέρα της Γκόλφως ... (Αμοργός) Νίκου Γκάτσου Επιβλητικός, άγριος δεσπόζει ο όγκος του Χελμού στην κοιλάδα της Νωνάκριδας. Χιλιοτραγουδισμένος, στέκεται αγέρωχoς παραβγαίνοντας σε ομορφιά τον άντρα της Νώνακρης, βασιλιά των Αρκάδων, Λυκάονα.

 

 

Αντιλαλεί στις χαράδρες του τους στίχους των ανώνυμων ποιητών που τον παίνεψαν στο διάβα των αιώνων και έγιναν κίνηση και χορός στα συναπαντήματα των ανθρώπων του τόπου.
   Στη λαλούσα ελληνική γλώσσα που σπαρταράει μέσα από τους στίχους των δημοτικών τραγουδιών υποκλίθηκε ο τυφλός ποιητής από το Μεσορρούγι, Σπύρος Περεσιάδης. Στη σοφία της ελληνικής δημοτικής ποίησης και στον κώδικα επικοινωνίας της ποιμενικής κοινωνίας της ορεινής Αχαΐας βούτηξε την πένα του για να γράψει το δραματικό ειδύλλιο, «Γκόλφω»:
   
Τη Γκόλφω στα λημέρια της ο Τάσος δεν την βρήκε Τον πήρε το παράπονο και το Χελμό ρωτάει:
   - Χελμέ, βουνό περήφανο, ήρθα να σε ρωτήσω: Μην είδες την αγάπη μου, την Γκόλφω μου , που πάει; Μαράζωσε η καρδούλα μου, Χελμέ, που δεν την βλέπω.
   - Τάσο μου, φαρμακίστηκε ‘κει στην ετιά από κάτω, Πήρες τον αρραβώνα σου και την αγάπη αρνήθεις.
   Μες του Χελμού τα κρύα νερά, μες στην ιτιά από κάτω Κείτεται η Γκόλφω κείτεται, πικρά φαρμακωμένη. Κανείν δεν είχε συντροφιά, κανείνε για παρέα. Με τα πουλιά κουβέντιαζε και με τα χελιδόνια.
   
Στα Υδάτα της Στυγός δεμένη με κλωστή και ανέμη η φαντασία των ανθρώπων μάταια ψάχνει να λύσει το γρίφο της αθανασίας. Ξεγελασμένη από τον όρκο των Αθάνατων Θεών του Ολύμπου σκύβει να πιει απ’ το Μαυρονέρι νερό. Φοβισμένη από το θάνατο του Μέγα Αλέξαντρου που γιατριά δεν βρήκε, λούζεται στις πηγές του. Πλανεμένη από την αποκοτιά της Θέτιδας που βούτηξε το γιο της Αχιλλέα στην ιερή πηγή και τιμωρήθηκε ύστερα από τον άντρα της Πηλέα να ζει στα βάθη της θάλασσας .
   Και οι θρύλοι και οι παραδόσεις τελειωμό δεν έχουν σε κείνες τις κορφές του Χελμού καθώς οι νεράιδες του αναπαμό δεν βρίσκουν στα γάργαρα νερά, στις σκιές των πλατανιών και των ελάτων το βαθύ το πράσινο. Μον’ σας καλούν να σεργιανίσετε στα μονοπάτια του, να πιείτε νερό απ’ τη βρύση της Γκόλφως, να ακούσετε τις συναυλίες των πουλιών και τα μουρμουρητά της φύσης.
   Τριγύρω στην αγκάλη του Χελμού τα Κλουκινοχώρια ή Κλουκίνες.. Ζαρούχλα, Αγία Βαρβάρα, Βουνάκι, Σόλο, Περιστέρα, Αγρίδι, Μεσορρούγι και Χαλκιάνικα καρφωμένα μαργαριτάρια στην Αχαϊκή γη λούζονται στον παντοκράτορα ήλιο.